Υπερσυντέλικος – плюсквамперфект

Υπερσυντέλικος (плюсквамперфект) обозначает действие, свершившееся до определённого момента в прошлом. Данное время образуется при помощи вспомогательного глагола έχω в прошедшем времени, т. е. είχα + απαρέμφατο:

είχα χτίσει – (я) построил, είχα χτιστεί — (я) построился

При спряжении по лицам и числам изменяется только глагол είχα:

Ενεστώτας

Υπερσυντέλικος

Ενεστώτας

Υπερσυντέλικος

Лицо

Активная форма

Пассивная форма

Единственное число

1

χτίζω

είχα χτίσει

χτίζομαι

είχα χτιστεί

2

χτίζεις

είχες χτίσει

χτίζεσαι

είχες χτιστεί

3

χτίζει

είχε χτίσει

χτίζεται

είχε χτιστεί

Лицо

Множественное число

1

χτίζουμε

είχαμε χτίσει

χτιζόμαστε

είχαμε χτιστεί

2

χτίζετε

είχατε χτίσει

χτίζεστε

είχατε χτιστεί

3

χτίζουν

είχαν χτίσει

χτίζονται

είχαν χτιστεί

 

, , , , ,

Comments are closed.